#Afize Seferi-Gjikondi, #literature
Δεν μπορούσα να σηκώσω το σώμα, την ψυχή και το μυαλό μου από το κρεβάτι εκείνο το πρωί. Όμως δεν υπήρχε επιλογή. Έπρεπε. Έριξα τα πόδια μου στο πάτωμα. Οι πατούσες μου φίλησαν το κρύο πλακάκι. Έδωσα στο σώμα, στην ψυχή και στη θέλησή μου την εντολή να συνεργαστούν – έστω και με το ζόρι, έστω και σαν ξένοι στην ίδια στέγη. Κατάφερα να περάσω την πρώτη πόρτα, αυτή του σπιτιού μου. Πατάω το κουμπί του ασανσέρ. Νεκρό. Δεν λειτουργεί. Μπροστά μου, μια ατέλειωτη σειρά από σκαλιά.Και κάπου εκεί, μέσα στο σκοτάδι της κούρασης, άρχισε το φως.
«Καλημέρα», άκουσα. Μια ζεστή, καθαρή φωνή από ένα ευγενικό αγόρι στα σκαλιά. Περπατώ. Φτάνω στο πεζοδρόμιο για να περάσω απέναντι. Ένας οδηγός κοκκαλώνει το αυτοκίνητό του και, με ένα νεύμα γεμάτο σεβασμό, μου δίνει προτεραιότητα.
Φτάνω στο δικό μου αυτοκίνητο. Προσπαθώ να ξεπαρκάρω, στριμωγμένη. Χωρίς να ζητήσω βοήθεια, ένας άγνωστος άνδρας πλησιάζει και με καθοδηγεί με χαμόγελο. Μια όμορφη, αθόρυβη κίνηση. Συνεχίζω. Στον προορισμό μου, πάνω στην αφηρημάδα μου, κάνω ένα λάθος. Ένας υπάλληλος με διορθώνει με τόση ευγένεια, που δεν νιώθω αμήχανα. «Ουάου…», σκέφτομαι. «Τι συμβαίνει σήμερα;»
Χρειάζομαι κάποιες πληροφορίες. Ένας άλλος άνδρας μου εξηγεί πρόθυμα όσα γνωρίζει. Πριν προλάβω να τον ευχαριστήσω και να φύγω, με κοιτάζει στα μάτια: «Να σας κεράσω έναν καφέ;» Το σκέφτομαι για μια στιγμή. Η παλιά, καχύποπτη φωνή μέσα μου πάει να αρνηθεί, αλλά την προλαβαίνω. Αφήνω τον εαυτό μου να πει το «ναι». Παραγγέλνει, έρχεται ο καφές, πληρώνει και μου χαρίζει μια όμορφη κουβέντα.
Συνεχίζω προς τον πραγματικό μου στόχο. Στο γραφείο, ένας εργαζόμενος με εξυπηρετεί σαν να ήμουν ο μοναδικός του πελάτης. Συναντώ τον άνθρωπο που είχα πάει να δω. Σε ένα σημείο δυσκολεύομαι με κάποια έγγραφα. Πριν καν ανοίξω το στόμα μου, απλώνει το χέρι: «Αφήστε το, θα το κάνω εγώ για εσάς».
Η δουλειά τελειώνει. Πρέπει να επιστρέψω, αυτή τη φορά χωρίς το αυτοκίνητο. Ένας κύριος στο δρόμο προσφέρεται και καλεί ταξί για μένα από το κινητό του. Ο ταξιτζής, μια ήρεμη δύναμη, με πηγαίνει στον προορισμό μου χωρίς γκρίνια. Φτάνοντας, με κοιτάζει από τον καθρέφτη: «Σας άφησα ακριβώς στον αριθμό σας, να μην περπατάτε».
Η μέρα κυλάει. Άλλες υποχρεώσεις, άλλη μια επαγγελματική συζήτηση. Άλλος ένας άνθρωπος απέναντί μου, ξεκάθαρος, σωστός, ντόμπρος. Οι ώρες περνούν, οι δρόμοι πίσω μου μικραίνουν. Χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ένας φίλος. Λίγη ώρα μετά, εμφανίζεται στην πόρτα μου και μου αφήνει ένα μπολ με ζεστό, σπιτικό φαγητό.Και τότε, για πρώτη φορά μετά από καιρό, ανασαίνω βαθιά και λέω μέσα μου: «Τι όμορφη μέρα…»
Με το μπολ ακόμα ζεστό στα χέρια μου, μπαίνω στην πολυκατοικία. Το ασανσέρ τώρα λειτουργεί. Μια γλυκιά, ηλικιωμένη γειτόνισσα κρατάει την πόρτα ανοιχτή για να προλάβω να μπω μαζί της. Την κοιτάζω, ξεχειλίζοντας από μια πρωτόγνωρη ευγνωμοσύνη, και της λέω: «Σήμερα συνάντησα τους καλύτερους ανθρώπους. Τι όμορφες συμπεριφορές… Τι όμορφες ψυχές κυκλοφορούν εκεί έξω».
Δεν είπε ούτε λέξη. Μόνο με κοίταξε με μάτια γεμάτα στοργή, ένωσε τα χείλη της και άρχισε: «Φτου, φτου, φτου, φτου…» Συνέχισε να με φτύνει με αγάπη, μέχρι που η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε και μας χώρισε. Και τότε χαμογέλασα. Ναι. Αυτός έπρεπε να είναι ο τίτλος. Φτου, φτου, φτου. Για να μην χαλάσει η ομορφιά αυτού του κόσμου.
Afize Seferi-Gjikondi | Φτου, φτου, φτου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου